Εταιρία Δικαστικών Μελετών

ΠΟΡΙΣΜΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ -ΜΑΪΟΥ-ΙΟΥΝΙΟΥ 1992 «Προβλήματα που γεννώνται από τις ποινικές ευθύνες που ενδέχεται να υπέχουν πολιτικά πρόσωπα "

ΕΤΑΙΡΙΑ  ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ  ΜΕΛΕΤΩΝ


ΠΟΡΙΣΜΑ


Τα  μέλη  της  Εταιρίας  Δικαστικών  Μελετών  συζήτησαν στις  συνεδριάσεις  της 2ας  Απριλίου,  της  7ης Μαΐου και  της  18ης  Ιουνίου 1992  τα  προβλήματα  που  γεννώνται  από  τις  ποινικές  ευθύνες  που  ενδέχεται  να  υπέχουν πολιτικά   πρόσωπα  και  ιδίως  μέλη κυβερνήσεων  για  πράξεις ή  παραλείψεως  τους  κατά  την  εκτέλεση  των  καθηκόντων  τους.  Τα  μέλη της Εταιρίας,  αφού  άκουσαν  την  εισήγηση  του  μέλους  της  Διονύση Σπινέλλη,  κατέληξαν  στις  εξής  διαπιστώσεις  και  προτάσεις:

 

1.- Η  ενδεχόμενη  συρροή  πολιτικής  και  ποινικής  ευθύνης  των  μελών  της  Κυβερνήσεως και  των  υφυπουργών  για  αξιόποινες  πράξεις  που  ετέλεσαν  κατά  την  εκτέλεση  των  καθηκόντων  τους  δεν  πρέπει  να   αποτελεί  λόγο  για  να  μη  διώκονται  ποινικά  τα  πρόσωπα  αυτά.  Επομένως   την  ποινική  τους  ευθύνη  δεν  πρέπει  να  επηρεάζει  το  οποιοδήποτε  μεταγενέστερο  των  πράξεων  αυτών  εκλογικό  αποτέλεσμα.  Κι  αυτό  γιατί  η  διαπίστωση  της  ύπαρξης  ποινικών  ευθυνών  λ.χ.  για   παραβάσεις   του  Συντάγματος,  για  προσβολές  ατομικών   δικαιωμάτων  ή  ιδιωτικών  δικαιωμάτων  του  Δημοσίου ή  πολιτών  δεν  μπορεί  να   ανατίθεται  στην  αναιτιολόγητη  απόφαση  της  πλειοψηφίας  του  εκλογικού  σώματος  ή  της  Βουλής,  εκτός  βέβαια  από  τις  εξαιρετικές  περιπτώσεις  της  αμνηστίας  πολιτικών  εγκλημάτων  που  προβλέπεται  στο άρθρο 47 παρ. 3 του  Συντάγματος.  Εξάλλου,   η  αποφυγή  των  ποινικών  ευθυνών  από  μέλη  της  Κυβερνήσεως  και  υφυπουργούς  θα  αντέκειτο   στην  αρχή  της  ισότητας,  ενώ  η  δυνατότητα  να  διαφεύγουν  την  τιμωρία  μορφές  κατάχρησης  της  εξουσίας  και  της  λαϊκής εμπιστοσύνης  θα ήταν  αντίθετη  στους  σκοπούς  της  γενικής  και  ειδικής  προλήψεως.

2.- Επειδή  όμως  τα  μέλη  της  Κυβερνήσεως  και οι  υφυπουργοί  είναι  εκτεθειμένα  σε  πολύ  μεγαλύτερο  βαθμό  και  ό,τι  οι άλλοι  πολίτες  σε  αυθαίρετες  κατηγορίες  και  διώξεις,  πρέπει  να  μπορούν  να   απολαμβάνουν  αντίστοιχης,  δηλαδή  αυξημένης,  προστασίας  και  εγγυήσεων  κατά  την  αναζήτηση  από  αυτούς  ποινικών  ευθυνών. έτσι,  είναι  αυτονόητο,  ότι  θα  πρέπει  να  εφαρμοσθεί  και ως  προς  αυτούς η  συνταγματική  επιταγή       κατά  την  οποία  δεν  υπάρχει έγκλημα  χωρίς  νόμο που  να  προβλέπει τα  στοιχεία  της  πράξης [ α. 7 παρ. 1  εδ.  του  Συντάγματος].  Ενόψει  της  επιταγής  αυτής,  οι  διατάξεις  και  του  α΄.1. αλλά  ιδίως  του  α΄. 2  του  ν.δ. 802/1971  που  εξαρτά  την  ποινική  ευθύνη του  υπουργού  ουσιαστικά  από  κρίση του  δικαστηρίου επί  θεμάτων  σκοπιμότητας,  είναι  σε  μεγάλο  βαθμό  αόριστες  και  η  συνταγματικότητά  τους  είναι  τουλάχιστον  αμφίβολη.  Γι΄ αυτό  θα  έπρεπε  να  καταργηθούν  και  να  εφαρμόζονται  και  στους  υπουργού  οι  κοινές  διατάξεις του Π.Κ.  και  των  ειδικών  ποινικών  νόμων,  ενδεχομένως  δε  και  του  ν.  1608/1950  όπως  τροποποιήθηκε  με  τον  1738/1987,  στο  βαθμό  βέβαια  που  μπορούν   να  εφαρμοσθούν.  Αν  υπάρξει  λόγος  να  προβλεφθούν  ιδιαίτερα  εγκλήματα  για  μέλη  της  Κυβερνήσεως και  υφυπουργούς,  θα  πρέπει  στις  σχετικές  διατάξεις  να  ορίζονται ακριβώς  τα  στοιχεία  της  αντικειμενικής  και  υποκειμενικής  υπόστασης  των  εγκλημάτων  αυτών,  σύμφωνα  με  την παραπάνω  συνταγματική  διάταξη.

3.- Για  τους ίδιους λόγους  τα μέλη  της  Κυβερνήσεως  και  οι  υφυπουργοί  πρέπει  να  προστατεύονται  με  την  καθιέρωση  πρόσθετων  δικονομικών  εγγυήσεων,  ώστε  να  μην  υφίστανται  εύκολα  και  επιπόλαια  ποινικές  διώξεις.  Οι εγγυήσεις όμως  αυτές  δεν  πρέπει  να  καθιστούν  αδύνατη  ή ιδιαίτερα  δυσχερή  την  ποινική  τους  δίωξη.  Οι  σκοποί  της  δίκαιης  τιμωρίας  των  δραστών  των  εγκλημάτων  αφενός  και  της  προστασίας  των  κατηγορουμένων αφετέρου  πρέπει  να  εξυπηρετούνται  παράλληλα.
Ενόψει  αυτών  των  σκέψεων  τα  μέλη  της  Εταιρίας  θεωρούν  ορθές   και  προτείνουν de lege ferenda   kai  de  Constitutione  ferenda  τις   παρακάτω  ρυθμίσεις :

  [α]. Η εκδίκαση  των  σχετικών  πράξεων  πρέπει να  ανατίθεται  σε  Ειδικό  Δικαστήριο  και όχι  στα  κοινά  ποινικά  δικαστήρια.  Κατά  την  άποψη  των  μελών  της Εταιρίας,  το  Ειδικό αυτό Δικαστήριο  πρέπει  να  συντίθεται  μόνο  από  μέλη  του  Αρείου  Πάγου  χωρίς  τη  συμμετοχή  του  Προέδρου  και  των  αντιπροέδρων  του.  Υπήρξε όμως  και  σημαντική  μειοψηφία  μεταξύ  των  μελών  της  Εταιρίας  που  υποστήριξε  ότι  πρέπει στη  σύνθεση  να  μετέχουν  και  πρόεδροι  εφετών,  όπως  συμβαίνει  σήμερα.

  [β]. Τα  μέλη  του  Ειδικού  Δικαστηρίου  πρέπει  να  κληρώνονται,  μεταξύ  των  μελών  του  Αρείου  Πάγου  που  υπηρετούσαν  στη  θέση  αυτή  ήδη  προτού  ασκηθεί  η  ποινική  δίωξη.  Η  προεδρία  του Ειδικού  Δικαστηρίου να  ανατίθεται  στο  αρχαιότερο  από  τα  μέλη  του.

  [γ]. Η  ποινική δίωξη  πρέπει  να  ασκείται  από  τη  Βουλή,  η  οποία  πρέπει  να έχει  τις  αρμοδιότητες  του  εισαγγελέα  πλημμελειοδικών κατά  το  α΄. 43  ΚΠΔ.  Η  Βουλή  θα  πρέπει  συνεπώς  να  δεσμεύεται  από  τη  αρχή  της  νομιμότητας  που  ισχύει  ως  προς όλους  τους  πολίτες.  Η  άσκηση   της  ποινικής  δίωξης  να  συνεπάγεται  αυτοδικαίως  και άρση  της  βουλευτικής  ασυλίας.

  [δ]. Μετά  την  άσκηση  της  ποινικής  δίωξης  πρέπει  να  επακολουθεί  ποινική  διαδικασία  παρόμοια  με  την  κοινή  διαδικασία του  ΚΠΔ.  Να  υπάρχει  Δικαστικό  Συμβούλιο,  το  οποίο  να  συντίθεται  κατά  τον  ίδιο  τρόπο όπως  και  το  Ειδικό  Δικαστήριο,  από  επτά  όμως  μέλη,  διάφορα  από  τα μέλη  του  Ειδικού  Δικαστηρίου. ΄Ένα   από  τα μέλη  του  Δικαστικού  Συμβουλίου,  το  οποίο  μέλος  θα κληρώνεται,  να  εκτελεί  χρέη  ανακριτή.  Καθήκοντα  εισαγγελέα  να  ασκούν  δύο μέλη  της  Εισαγγελίας  του  Αρείου  Πάγου οριζόμενα  με  κλήρωση,  από  τους  οποίους  ο  Εισαγγελέας  ή  ο  αρχαιότερος  αντεισαγγελέας  να  ασκεί  τα   καθήκοντα  αυτά  κατά  πρώτο λόγο,  και  να  αναπληρώνεται  από  το  νεότερο.  Για  την  παραπομπή   να  αποφασίζει  αμετάκλητα το  Δικαστικό Συμβούλιο.

  [ε]. Τα  ζητήματα  της  παραγραφής  των  εγκλημάτων  αυτών  πρέπει  να  ρυθμίζονται  με  τέτοιο  τρόπο, ώστε,  αφενός  να  μην  παρατείνεται υπερβολικά  η  εκκρεμότητα και  η  αντίστοιχη  πολιτική  αναταραχή και  αφετέρου  να  εξασφαλίζεται  η άνετη  και  ορθή  απονομή  της  δικαιοσύνης  και  να  μην  καθίσταται  αδύνατη  ή  υπερβολικά  δυσχερής.΄ Ετσι,  ορθότερο   θα  ήταν  να  προβλέπεται  μία  γνήσια   ποινική παραγραφή  που  να  αρχίζει  από  το  τέλος   της  βουλευτικής  περιόδου εντός  της  οποίας  διαπράχθηκε  η  αξιόποινη  πράξη,  να  διαρκεί  λ.χ.  μία  πενταετία  και  να  αναστέλλεται   από  τη  στιγμή  της  επίδοσης  της  κλήτευσης  στο  ακροατήριο  και  μέχρι  του  πέρατος  της  δίκης.  Να   προβλεφθεί  και ένα  ανώτατο   χρονικό  όριο   αναστολής  το  οποίο  πάντως  να  μην  είναι  συντομότερο  των  τριών ετών  προκειμένου  για  πλημμελήματα  και  των  έξι  ετών  για  κακουργήματα.

  [στ]. Να  διατηρηθεί  το  δικαίωμα  της  Βουλής  να  αναστέλλει  την  ποινική  δίωξη,  με  αυξημένη όμως  πλειοψηφία  των  3/5  του όλου αριθμού  των  βουλευτών.

  4.- Με  βάση  αυτές  τις  γενικές  κατευθυντήριες  γραμμές  σκόπιμο  θα  ήταν  να  καταρτισθεί  νέος  νόμος  για  την  ευθύνη  υπουργών.  Σε  ορισμένα  σημεία  όμως  που  ρυθμίζονται  από  διατάξεις  του  Συντάγματος  θα  χρειασθεί  ενδεχομένως  και  η  αναθεώρηση  των  διατάξεων  αυτών.

 

 
Βρίσκεσται εδώ: ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ -ΜΑΪΟΥ-ΙΟΥΝΙΟΥ 1992 «Προβλήματα που γεννώνται από τις ποινικές ευθύνες που ενδέχεται να υπέχουν πολιτικά πρόσωπα "