Εταιρία Δικαστικών Μελετών

ΠΟΡΙΣΜΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1983 "Σχέδιο Νόμου Για την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού του Νόμου"

ΕΤΑΙΡΙΑ  ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ  ΜΕΛΕΤΩΝ


  ΠΟΡΙΣΜΑ


 Τα μέλη  της  εταιρίας   συνήλθαν  σε  έκτακτη  συνέλευση  στις  3 και  17  Νοεμβρίου 1983 με  αφορμή  το  σχέδιο  νόμου  για  την  τροποποίηση  του  Κώδικα  Πολιτικής  Δικονομίας  και  του  Εισαγωγικού  του  νόμου  και  αφού  άκουσαν  τις  εισηγήσεις των  μελών  Διονύση  Κονδύλη  και  Αγησίλαου  Μπακόπουλου  κατέληξαν ομόφωνα  στις  ακόλουθες  διαπιστώσεις :

 

 1. Το  σχέδιο ανατρέπει  πάγιους θεσμούς  της  πολιτικής  δίκης και  εισάγει νέες  ρυθμίσεις , που,  θεωρούμενες  στο  σύνολό  τους,  δεν  κρίνονται  επιτυχείς,  γιατί  ούτε  την  ορθότητα απονομής  της  δικαιοσύνης προάγουν  ούτε  την  ταχύτητα  της  δίκης  εξυπηρετούν.  Επομένως  δεν  πρέπει   να  κυρωθεί  νομοθετικά.

 ΙΙ. Ενδεικτικά  οι  σοβαρότεροι  λόγοι  που  στηρίζουν  τη  θέση αυτής  της  εταιρίας  είναι  1] η  μεταβολή  της  δομής  της  διαγνωστικής  διαδικασίας  στο  στάδιο   της  προδικασίας  μέχρι  τη  συζήτηση της  υπόθεσης  στο  ακροατήριο.  Η  μεταβολή  αυτή  είναι  ανεπιτυχής  διότι : α] Προβλέπονται  σύντομες  προθεσμίες  για  την  επίδοση  της  αγωγής,  την  κατάθεση  και  τη  συμπλήρωση  των  προτάσεων,  που  η  παράβασή τους  οδηγεί  σε  απαράδεκτα,  με  κίνδυνο  να  χαθούν  δικαιώματα από  απλή  παραμέληση δικονομικών  τύπων. β] Επαναφέρεται  ο  αποτυχημένος   θεσμός  του  εισηγητή  δικαστή,  χωρίς  ούτε  το  επίπεδο  κατάρτισης  των  δικαστών  του  πρώτου  βαθμού  να  έχει  βελτιωθεί  ούτε  τα  οργανωτικά   προβλήματα να έχουν  επιλυθεί.΄ Ετσι η  αποτυχία  του  θεσμού  πρέπει  να  θεωρείται  και  πάλι βέβαιη. γ]  Η  εξέταση   των  μαρτύρων  γίνεται  στο  συμβολαιογράφο,  δηλαδή  σε  πρόσωπο  που  δεν έχει  δικαστική  ιδιότητα,  ούτε  τις  συνταγματικές  εγγυήσεις  ανεξαρτησίας,  ούτε  εξουσία  να  επεμβαίνει  στη  διεξαγωγή από  λόγους συνταγματικούς.  Η  εξουσία  του  περιορίζεται στην  απλή  καταχώριση  της  κατάθεσης  του  μάρτυρα,  για  την  οποία  όμως  συχνά  θα  διατυπώνονται  αντιρρήσεις  από  τους  δικηγόρους  και  θα  δημιουργούνται  υπόνοιες  μεροληψίας του  με  σοβαρό  κίνδυνο  αντεγκλήσεων  και  διαπληκτισμών. δ]  Η  πράξη  του  εισηγητή,  που  διατυπώνει  το  θέμα  απόδειξης,  δεν  είναι  δεσμευτική  για  τους  διαδίκους.  ΄Ετσι  οι διάδικοι  μπορούν  να  εξετάζουν  το μάρτυρα  σε  θέματα  άσχετα,  αδιάφορα  ή  επουσιώδη,  με  αποτέλεσμα  να  επιμηκύνεται  άσκοπα  ο  χρόνος  διεξαγωγής,  να  αυξάνονται οι  δικαστικές  δαπάνες   και  να  διαφεύγουν  συχνά  τα  ουσιώδη  που  μόνο  η  πείρα  του  δικαστή  μπορεί  να  επισημάνει. ε] Ο  μάρτυρας  κρίνει  μόνος  του,  αν  οι  ερωτήσεις  είναι  ή όχι  σχετικές  με  το  θέμα  της  απόδειξης  και έχει  δικαίωμα  να  αρνηθεί  την  απάντησή  του  σε  κάθε  ερώτηση. ΄Ετσι μπορεί  να  αρνηθεί  να  απαντήσει σε  κρίσιμες  ερωτήσεις  του  αντίδικου  για  περιστατικά  που  γνωρίζει,  χωρίς  τον  κίνδυνο  της  ψευδορκίας, ή  να  μην  ολοκληρώσει  την  κατάθεσή  του  στην  περίπτωση δε  αυτή  δεν  θα  ληφθεί  υπόψη  ούτε  ως  τεκμήριο. στ]  Καταργείται στην  ουσία  η ιεράρχηση  της  αξίας  των  αποδεικτικών  μέσων  με άμεσες  δυσμενείς  για  την  ασφάλεια  των  συναλλαγών  επιπτώσεις. ζ] Η  όλη  ρύθμιση   είναι  αντίθετη  με  το  θεμελιώδες  αξίωμα της  αμεσότητας  της  διαδικασίας,  που  αποτελεί   κατάκτηση  της  σύγχρονης  δικονομικής  επιστήμης  και  πράξης. η] Η  απρογραμμάτιστη διεξαγωγή  των  αποδείξεων,  σε  συνδυασμό  με  τα  απαράδεκτα,  τις  περιορισμένες  δυνατότητες  του  εισηγητή  που  εκδίδει  την  πράξη  και  την  ανυπαρξία  εξουσιών  του  συμβολαιογράφου,  θα  προκαλέσει  επιβράδυνση στην έκδοση  της  οριστικής  απόφασης,  γιατί  συχνά  θα  διατάζεται  επαναφορά   των  πραγμάτων  στην  προηγούμενη κατάσταση  ή  επανάληψη  ή  συμπλήρωση   των  αποδείξεων.  Επίσης  αδικαιολόγητη  επιβράδυνση  θα  προκληθεί για  τις  υποθέσεις  εκείνες,  που  η  αγωγή  μπορεί  να  απορριφθεί ή  να  γίνει  δεκτή  στην  ουσία της,  χωρίς  τη  διεξαγωγή  αποδείξεων. θ]  Η  δομή  της  αποδεικτικής  διαδικασίας,  όπως  διαμορφώνεται,  θα  προκαλέσει  πρόσθετη  αύξηση  των  δικαστικών  εξόδων  για  αμοιβές   συμβολαιογράφων  και  για  άσκοπες  αποδείξεις  σε  υποθέσεις,  που  η  αποδοχή  ή  απόρριψη της  αγωγής  δεν  εξαρτάται από  την  εξέταση  μαρτύρων.

 2] Η  ρύθμιση  της  αρμοδιότητας  των  δικαστηρίων. Ειδικότερα : α] Η  υπαγωγή  των  ασφαλιστικών  μέτρων  στο  ειρηνοδικείο είναι  τελείως ανεπιτυχής.  Οι  αποφάσεις  των  ασφαλιστικών  μέτρων,  όταν  είναι  σωστές,  λύνουν  στις  περισσότερες  περιπτώσεις  οριστικά   τη  διαφορά   και  επέρχεται  έτσι  οικονομία  χρόνου  και  δαπάνης.  Συχνά  τα  ασφαλιστικά  μέτρα αφορούν  δύσκολες  και  περίπλοκες υποθέσεις,  που έχουν  βαθιές επιπτώσεις  στην  οικονομική  και  προσωπική  ζωή  των  διαδίκων.  Οι  λόγοι  αυτοί  επιβάλλουν  να  δικάζονται τα  ασφαλιστικά  μέτρα  από  τον  πρόεδρο  πρωτοδικών ή τον  αναπληρωτή  του,  που  στην  πράξη  είναι έμπειρος  και  ικανός  δικαστής.  Η  πρακτική  έχει  αποδείξει,  ότι  η  ρύθμιση που  ισχύει  είναι  απόλυτα  επιτυχής,  ώστε  να  μη  δικαιολογεί  μεταβολή . β]  Η  υπαγωγή της  διαταγής   πληρωμής,  ανεξάρτητα  από  το ποσό  της,  στον  Ειρηνοδίκη δεν είναι  σκόπιμη,  προπαντός  γιατί  η  ανακοπή  κατά  της  εκτέλεσης  της  διαταγής  πληρωμής,  που  συχνά  παρουσιάζει πολύπλοκα  νομικά  και  πραγματικά  ζητήματα,  θα  δικάζεται από  τον  Ειρηνοδίκη. γ] Η υπαγωγή   στο  Μονομελές Πρωτοδικείο  διαφορών  της  εξαιρετικής  αρμοδιότητας των  Ειρηνοδικείων  δεν  είναι δικαιολογημένη,  γιατί  η  εκδίκαση των  διαφορών αυτών  από  το  Ειρηνοδικείο στο  παρελθόν  όχι  μόνο δεν παρουσίασε  προβλήματα,  αλλά  και ήταν  απόλυτα  επιτυχής.  Αδικαιολόγητη  είναι  επίσης  και  η  αφαίρεση  από  τα  Ειρηνοδικεία  όλων  των  υποθέσεων  ειδικών διαδικασιών,  που  το  αντικείμενό  τους  δεν  υπερβαίνει  το όριο  της  συνήθους αρμοδιότητας  των  Ειρηνοδικείων.

 3] Η  τροποποίηση των  εδαφίων 10  και  19 του  άρθρου 559 του  Κ.Πολ.Δ.  που  αφορά   τους  λόγους  αναίρεσης.  Ο ΄Αρειος  Πάγος μετατρέπεται  σε τριτοβάθμιο  δικαστήριο ουσίας  και  παράλληλα  εισάγεται  η  δυνατότητα  αναίρεσης  για  απόρριψη δικονομικού  αιτήματος,  όταν  η  απόφαση  δεν  έχει  ως  προς  αυτό  ειδική  και  εμπεριστατωμένη αιτιολογία,  με  πρόδηλο κίνδυνο οι  ρυθμίσεις  αυτές  να  δημιουργήσουν  δυσβάσταχτη  επιβάρυνση του  ακυρωτικού  και  να  διευκολύνουν  στρεψοδικίες  των  διαδίκων. β]  Η  διάταξη   που  επιτρέπει  την  άσκηση αναίρεσης  κατά  αποφάσεων ασφαλιστικών  μέτρων  θα  επιβαρύνει  υπέρμετρα το  ακυρωτικό  χωρίς  λόγο,  αφού  είναι  πάντοτε  δυνατή  η  ανάκληση  του  ασφαλιστικού  μέτρου στην  κύρια  δίκη.

 4] Οι  ρυθμίσεις της  διαταγής πληρωμής. Ειδικότερα : α] Η  πρόσδοση  αυτόματα ανασταλτικού  αποτελέσματος  στην  ανακοπή κατά  διαταγής  πληρωμής θα  πλήξει  καίρια  τις  συναλλαγές  και θα  αποδυναμώσει  τους  πιστωτικούς  τίτλους.  Η  προβλεπόμενη δυνατότητα  επιβολής  ποινής  υπέρ  του  αντιδίκου  σε  περίπτωση  προδήλως  αβάσιμης  ανακοπής  δεν  αντισταθμίζει   τα  πιο  πάνω  μειονεκτήματα.  β]  Η  κατάργηση  της  παρ. 2  του  άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ.  είναι άστοχη  γιατί  η  διάταξη  δοκιμάστηκε και  πέτυχε  στην  πρακτική  της  εφαρμογή.

 5] Οι  ρυθμίσεις  στη  διαιτησία.  Εδώ δεν  είναι  νοητό  να  απαγορεύεται  στο  διάδικο  να  επιλέξει  ως  διαιτητή  δικαστικό  λειτουργό  ο  οποίος  σύμφωνα  με  το  σύνταγμα  ασκεί  τη  δικαιοδοτική  λειτουργία και  έχει  την  εμπιστοσύνη  των  διαδίκων.  Διάφορο είναι  το  θέμα της  αμοιβής  του  διαιτητή,  για  την  οποία  μπορούν  να  ορισθούν  όρια  και  τρόπος  διάθεσης.  Η  εισαγόμενη «ειδική διαδικασία  της  δικαστικής  διαιτησίας»  δεν είναι  στην  πραγματικότητα  διαιτητική,  γιατί  στηρίζεται μεν  σε  συμφωνία των  διαδίκων,  αλλά,  πέρα  από  αυτό,  διαμορφώνεται σαν  ειδική  διαδικασία. Μια  τέτοια διαδικασία  θα  μπορούσε  να  θεωρηθεί  χρήσιμη  για λίγες  σοβαρές  υποθέσεις  της  τακτικής  διαδικασίας,  στις  οποίες  οι  διάδικοι επιθυμούν  σύντομη  και  τελειωτική  επίλυση  της  διαφοράς.  ΄Όπως  όμως ρυθμίζεται   στο  σχέδιο   υπάρχει  κίνδυνος   να  φέρει  στο  Μονομελές  Εφετείο  ετερόκλητες  υποθέσεις  κάθε  είδους,  ακόμη  και  αν  το  αντικείμενο τους είναι  ασήμαντο  και  μπορούν να  επιλυθούν  γρήγορα  και  ικανοποιητικά σε  άλλες  ειδικές  διαδικασίες.

 6] Ορισμένες  ρυθμίσεις  στην  εκτέλεση.  Συγκεκριμένα : α] Η  ρύθμιση του άρθρου 979 στο  σχέδιο,  που  επιβάλλει την  ανακομπή  του  πίνακα κατάταξης  στο  συμβολαιογράφο  μετά  την  παραδοχή της  ανακοπής  δημιουργεί  τον  κίνδυνο  να  ωφελείται από  την  ανακοπή άλλος  από  εκείνο  που την  έκανε.  Το  αποτέλεσμα αυτό  είναι  απαράδεκτο για  το  δικονομικό μας σύστημα,  αφού  είναι  δυνατό  ο  ανακόπτων  που  νίκησε  να μη λάβει  τίποτα  στη  νέα  κατάταξη.  Από  το λόγο αυτό  είναι  ενδεχόμενο  να  δημιουργηθούν  και  σοβαρά  προβλήματα έννομου  συμφέροντος του  ανακόπτοντα  στη  δίκη  της  ανακοπής.  Επιπλέον η  διαδικασία  της  κατάταξης  θα  μπορεί  να  παρατείνεται  απεριόριστα,  γιατί  κάθε  φορά  που  θα  γίνονται   κατάταξη  μετά  την  παραδοχή  της  ανακοπής,  θα  είναι  δυνατή η  άσκηση  νέας,  πιθανόν  και  από  τρίτο  αναγγελθέντα  δανειστή.  β] Η  ρύθμιση του άρθρου 972  στο σχέδιο  είναι  αδικαιολόγητη,  γιατί η  διαδικασία ενώπιον  του  Μονομελούς  Πρωτοδικείου,  με  την  οποία θα  πιθανολογηθεί  η  αναγγελόμενη απαίτηση είναι  περιττή,  αφού  θα  υπάρχει  πάντα  το  δικαίωμα αμφισβήτησης  της  απαίτησης  με  ανακοπή,  η  άσκηση  της  οποίας  αναστέλλει  τη  διανομή. γ]  Η κατάργηση  της  προσωπικής  κράτησης  του  εμπόρου  για  τα  εμπορικά  του  χρέη  θα  επιφέρει  αναμφίβολα  μεγάλο  κλονισμό  στην  εμπορική  πίστη.

 ΙΙΙ.  Συνοπτικές  παρατηρήσεις  σε άρθρα  του  σχεδίου  με  αστοχίες  μικρότερης  σημασίας: α]΄Αρθρο Ι [1 Κ.Πολ.Δ.] Η  διατύπωση του  άρθρου στο  σχέδιο  δεν είναι  εναρμονισμένη με  το άρθρο  94  του  συντάγματος. β] ΄Αρθρο 4 [ ΙΙ Κ.Πολ.Δ.].  Οι όροι «διαφορές από  περιοδικές παροχές» δεν είναι  δόκιμοι.  γ] Άρθρο 13 [33 Κ.Πολ.Δ.].  Η  απαίτηση του  σχεδίου  να  υπάρχει «συμφωνία» για  τον  τόπο  εκπλήρωσης  της  παροχής  ως όρος  για  τη  στήριξη της  δωσιδικίας του άρθρου 33,  αποκλείει  τη  δυνατότητα εφαρμογής των  ερμηνευτικών  κανόνων  των άρθρων  320-322  για  τη  θεμελίωση  της  δωσιδικίας  αυτής.  Η  ρύθμιση  δεν είναι  δικαιολογημένη.  δ]  ΄Αρθρο 15 [ 47 Κ.Πολ.Δ.].  Η  τροποποίηση του άρθρου 47 είναι  τελείως  αδικαιολόγητη,  τουλάχιστο  για  τις  υποθέσεις  που  δεν  υπάγονται  στη  διαδικασία  των  μικροδιαφορών. ε] ΄Αρθρο 20  παρ. 2 [68 Κ.Πολ.Δ.].  Η  παρ. 2 του άρθρου  20 είναι  δυσνόητη,  φαίνεται  να  καθιερώνει  το έννομο συμφέρον ως  ειδική  διαδικαστική  προϋπόθεση  και  μπορεί  να  δημιουργήσει  ερμηνευτικά  προβλήματα. στ] ΄Αρθρο 21 [ 76 Κ.Πολ.Δ.].  Είναι  ορθή  η  κατάργηση της  περίπτωσης  της  παρ. Ι  του  άρθρου 76 Κ.Πολ.Δ.,  κατά  τα λοιπά  όμως  η ρύθμιση  που ισχύει  είναι  ορθότερη  από  αυτή  του  σχεδίου. ζ] ΄Αρθρο 22 [81 Κ.Πολ.Δ.]. Ορθότερο είναι  η άσκηση  της  κύριας  και  πρόσθετης παρέμβασης να  γίνεται,  όπως  προβλέπει  η  διάταξη  που  ισχύει.  Είναι  αδικαιολόγητη  η  δημιουργία  αναγκαστικής  ομοδικίας   μεταξύ  κυρίως παρεμβαίνοντα και  αρχικών  διαδίκων. η] ΄Αρθρο 28 [ 109  παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.]. Το θέμα που  ρυθμίζει η  διάταξη  είναι  ιδιαίτερα δύσκολο,  η  ρύθμιση όμως του  σχεδίου είναι  ανεπιτυχής, θα  δυσχεράνει  την  ομαλή  διεξαγωγή  της  υπηρεσίας  και  θα  πολλαπλασιάσει  αδικαιολόγητα  τον  κίνδυνο  αναίρεσης  για  κακή  σύνθεση. θ] ΄Αρθρο  33 [ 128 Κ.Πολ.Δ.].  Η  ρύθμιση δεν  βελτιώνει  τη  διάταξη  που  ισχύει,  αντίθετα  δημιουργεί  προβλήματα με  τη   χρήση  του  αδόκιμου  όρου «σπίτι» και  την  εξάρτηση  της  επίδοσης από  αβέβαια  στοιχεία,  όπως  είναι   ο  χρόνος  απουσίας του  προσώπου  στο  οποίο   πρέπει  να  γίνει  η  επίδοση,  από  την  κατοικία του.  Είναι  αδικαιολόγητη  η  κατάργηση  των  παρ. 3 και  4  του άρθρου 128  γιατί  αφήνει  κενό. ι] ΄Αρθρο  38 [ 148 Κ.Πολ.Δικ.].  Η  δυνατότητα  των  διαδίκων  να  παρατείνουν  κάθε  νόμιμη  ή  δικαστική  προθεσμία,  όπου  ο  νόμος  δεν  ορίζει  το  αντίθετο,  είναι  ανεπιτυχής,  γιατί  μπορεί  να  οδηγήση  σε  καταχρήσεις  και  διαιώνιση  της  δίκης. ια] ΄Αρθρο  40 [179 Κ.Πολ.Δ.]. Η  διάταξη του  ισχύει  σήμερα  είναι  περισσότερο  επιτυχής,  γιατί  καλύπτει  περιπτώσεις  δικαιολογημένου  συμψηφισμού  των  δικαστικών  εξόδων,  όπως  η  περίπτωση  μεταβολής  της  νομολογίας  κλπ. ιβ] ΄Αρθρα  98-106 και 114 [502,  επ και  531 επ  Κ.Πολ.Δ.].  Η  κατάργηση της  αναιτιολόγητης  ανακοπής  ερημοδικίας  είναι  ορθή.  Η  ειδικότερη  όμως  ρύθμιση του  θεσμού  στο  σχέδιο δεν  είναι  σε όλα  επιτυχής,  όπως  στα  θέματα της  κατάργησης του  τεκμηρίου παραίτησης  του  ενάγοντα  που  ερημοδικεί,  της  εξομοίωσης των  συνεπειών της  ερημοδικίας  εφεσιβλήτου και  εκκαλούντα , κ.α. Επιπλέον δεν  ρυθμίζεται η  ερημοδικία  στη  δεύτερη  συζήτηση,  όπως  και  η  ερημοδικία  των  μη κύριων  διαδίκων. ιγ] ΄Αρθρα  113 και 115 [529 και  535 Κ.Πολ.Δ.].  Μεταξύ  των  δύο άρθρων  υπάρχει  αντίφαση.  Ιδ] ΄Αρθρο 116 [535  παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.].  Η ρύθμιση, ότι  η  απόφαση  που  εξαφανίζει  την  εκκαλούμενη απόφαση  είναι  οριστική,  δεν  είναι  επιτυχής.  ιε] ΄Αρθρο ΙΙΙ [522 Κ.Πολ.Δ.] Ο  περιορισμός  του  μεταβιβαστικού  αποτελέσματος της  έφεσης  είναι άστοχος.   ιστ] ΄Αρθρο 165 [869 Κ.Πολ.Δ.].  Η  ρύθμιση που  ισχύει για  τους  κανόνες που  διέπουν  το  κύρος  της  διαιτητικής συμφωνίας  είναι  ορθότερη.

 ΙΥ. ΄Ασχετες  διατάξεις.  Οι διατάξεις  των άρθρων 44 παρ. 3  και  183  του  σχεδίου,  που  αφορούν  τις  αμοιβές  δικηγόρων  και  συμβολαιογράφων,  δεν έχουν  θέση  στον  Κ.Πολ.Δ.

 Υ. Αντιδεοντολογικές διατάξεις,  α]  Η  διάταξη του  άρθρου 37 παρ. ιβ συγκαλύπτει   κατάργηση  του  θεσμού  των  δικαστικών  διακοπών  χωρίς  λόγο. β] Η  διάταξη  του άρθρου 45 παρ. 2 εδ.β  εκφράζει δυσπιστία  στην  ευσυνειδησία του  δικαστή  για  την  επιμελημένη  εκτέλεση  του καθήκοντός  του.

 ΥΙ. Για  τους  πιο  πάνω  λόγους  η  εταιρία  θεωρεί  το  σχέδιο  απαράδεκτο  και  επιφυλάσσεται  να  κάμει  σύντομα  τις  προτάσεις  της  για  τις  αναγκαίες  τροποποιήσεις  που θα  συντελέσουν  αποτελεσματικά  στη  συντόμευση  της  δίκης.

 Το  πρακτικό  αυτό  συντάχθηκε  και  εγκρίθηκε  ομόφωνα  την 17 Νοεμβρίου 1983.


 

 

 
Βρίσκεσται εδώ: ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1983 "Σχέδιο Νόμου Για την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού του Νόμου"