Εταιρία Δικαστικών Μελετών

ΠΟΡΙΣΜΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1990 "Δικαστική Αστυνομία"

     ΕΤΑΙΡΙΑ  ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ  ΜΕΛΕΤΩΝ


ΕΙΣΗΓΗΣΗ  ΚΑΙ  ΠΟΡΙΣΜΑ


ΘΕΜΑ : «Δικαστική  Αστυνομία»
Εισηγητής: Γεώργιος Βελλής, πρόεδρος εφετών

 Ι. Εισήγηση

Α.- Από άποψη  λ ε ι τ ο υ ρ γ ι κ ή  η  αστυνομία διακρίνεται  σε  διοικητική και  δικαστική.  Η πρώτη, που  ονομάζεται  και  αστυνομία τάξεως,  πέρα  από  την  άσκηση  καθαρώς  διοικητικών  καθηκόντων [εφαρμογή  κανόνων  διοικητικού  δικαίου],  έχει  ως έργο  την  π ρ ό λ η ψ η  του  εγκλήματος.  Κινείται,  λοιπόν,  και  ενεργεί  έξω  από  την  σφαίρα  της  ποινικής  δικαιοδοσίας  της  Πολιτείας.  Η  δεύτερη  ασκεί  καθήκοντα  ανακριτικά

 [ προκαταρτική  εξέταση  και  προανάκριση],  όπως  αυτά  προσδιορίζονται  στο άρθρο  251 του  Κώδικα  Ποινικής  Δικονομίας,  με  σκοπό  τη «συλλογή  και  διατήρηση  των  αποδείξεων  και  προς  εξασφάλιση των  ιχνών του  εγκλήματος».  Αναπτύσσει  δηλαδή  τη  δραστηριότητά  της  στο  πεδίο  της  καταστολής  του  εγκλήματος,  γι΄ αυτό  και  ο  χαρακτήρας  της  είναι  οιονεί  δικαστικός,  αφού  προετοιμάζει  την  πληρέστερη  και  ασφαλέστερη  άσκηση  της  δικαιοδοσίας  των  ποινικών  δικαστηρίων.  ΄Οργανα  της  δικαστικής  αστυνομίας  είναι  οι  γενικοί  και  οι  ειδικοί  ανακριτικοί  υπάλληλοι  που  προβλέπονται από  τα άρθρα 33 και  34  του  Κ.Ποιν.Δ.  Ορολογική και  συνάμα  λειτουργική  διάκριση  μεταξύ  διοικητικής  και  δικαστικής  αστυνομίας  απαντάται  στον  Κώδικα  Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου [κυρ. ν.δ. 187/1973]  και  ειδικά  στα  άρθρα  του  141 έως 163.  Παραδόξως  ούτε  νύξη γίνεται  στο  νεαρό  Οργανισμό  του  Υπουργείου Δημόσιας  Τάξης [ν. 1481/1984]  που έχει  ως  αντικείμενο την  οργάνωση  της  Ελληνικής  Αστυνομίας [ΕΛ.ΑΣ.] μετά  την  ενοποίηση  των  επιμέρους  σωμάτων  ασφαλείας.
Β. – Από άποψη  ο ρ γ α ν ι κ ή  ουδεμία  διάκριση  υφίσταται  στη  Χώρα μας  μεταξύ  διοικητικής  και  δικαστικής  αστυνομίας.  Οι  αντίστοιχες  αρμοδιότητες  δεν  ασκούνται  από  ιδιαίτερη,  οργανικώς  αυτοτελή,  υπηρεσία  ή  σώμα.  Οποιοδήποτε αστυνομικό όργανο  με  ορισμένο  βαθμό  μπορεί  να  ασκήσει  καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου χωρίς  αυτό  να  επηρεάζει την  εν  γένει υπηρεσιακή του κατάσταση.  έχει  τους  ίδιους  προϊσταμένους όπως  όλοι οι  ομοιόβαθμοί του  στο  σώμα της  ΕΛ.ΑΣ.,  κρίνεται  από  τα  ίδια  υπηρεσιακά  και  ελέγχεται  κατ΄ αρχήν  από τα  ίδια  πειθαρχικά  συμβούλια όπως  και  εκείνοι. Με άλλα  λόγια έχει  τις  ίδιες  ε ξ α ρ τ ή σ ε ι ς  από  την Εκτελεστική  Εξουσία όπως και  κάθε άλλο  αστυνομικό  όργανο.  Από  τη  σκοπιά  αυτή  ο νέος  Οργανισμός του  Υπουργείου Δημόσιας Τάξης [ν. 1481/1984] αποτέλεσε οπισθοδρόμηση : Ενισχύοντας ακόμη  περισσότερο  το  στεγανό  της  Αστυνομίας  την  ανήγαγε  σε ένοπλο  σώμα  με σ τ ρ α τ ι ω τ ι κ ή   ιεραρχία  και  πειθαρχία,  αποκλείοντας  ρητά  την  εφαρμογή των  διατάξεων  που  ισχύουν  για  τους  δημόσιους  πολιτικούς  υπαλλήλους  [άρθρο 3].  Και  τούτο  χωρίς  διάκριση  μεταξύ «αστυνομίας  τάξης» και «αστυνομίας ασφαλείας» [άρθρα 2 και 5].  Επομένως  και  ο  αστυνομικός  ανακριτικός  υπάλληλος,  ως  όργανο  της αστυνομίας  ασφαλείας,  οφείλει,  στο  πλαίσιο  της  στρατιωτικής  πειθαρχίας,  να  υπακούσει  σε  ο π ο ι α δ ή π ο τ ε  διαταγή του  ιεραρχικά  προϊσταμένου  του  χωρίς  να  έχει  τη  βοήθεια  των  διατάξεων  του άρθρου 71 παρ. 1  έως  6  του  Υπαλληλικού Κώδικα [π.δ.  611/1977] που  επιτρέπουν  και  σε  ορισμένες  περιπτώσεις  επιβάλλουν  τον  έλεγχο  της  νομιμότητας  των  διαταγών. ΄Ότι  έτσι  ανοίγεται  ο  δρόμος  για  ενέργειες ή  παραλείψεις  που  συνιστούν  κατάχρηση  εξουσίας  με  την  έννοια  του άρθρου  239  του  Ποινικού  Κώδικα είναι  προφανές  όσο  και  γνωστό  από  την  ιστορική  εμπειρία.
 Γ. – Ειδικότερα  οι  σχέσεις  των  αστυνομικών  οργάνων,  ως  ανακριτικών  υπαλλήλων,  με  τις «δικαστικές  αρχές»,  με  τα  όργανα δηλ.  της  δικαστικής  εξουσίας [εισαγγελέα,  ανακριτή,  δικαστικά συμβούλια  και  δικαστήρια],  οριοθετούνται  από  τις  διατάξεις του  άρθρου 18  παρ.1 του  Οργανισμού Υπουργείου Δημόσιας  Τάξης [ν. 1481/1984],  που  παραπέμπει στον  Οργανισμό των  δικαστηρίων και  στον  Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,  του άρθρου 13 του  προαναφερόμενου  Κώδικα και  του  άρθρου 9  του  νεαρού  Κώδικα  Οργανισμού των  δικαστηρίων [ κυρ. ν. 1756/1988].  Η  τελευταία από τις  διατάξεις αυτές,  ενώ  ως   προς  την  υποχρέωση των  αστυνομικών  οργάνων «να  εκτελούν  αμέσως  και  απροφασίστως  τις  παραγγελίες των  δικαστικών  αρχών  και  να  παρέχουν  τη  βοήθειά  τους  σ΄ αυτές» [άρθρο 9  παρ. 1α]  επαναλαμβάνει  κατά  βάση  τη  ρύθμιση  του άρθρου  13 Κ.Ποιν.Δ., εισάγει σπουδαία καινοτομία  με  τις  επόμενες  παραγράφους 3  έως  7  του ίδιου  άρθρου.  Ορίζει πράγματι όχι  μόνο  το  αυτονόητο,  ότι  η  υπαίτια  παράβαση  της  παραπάνω υποχρεώσεως  των  αστυνομικών  οργάνων  συνιστά  πειθαρχικό  παράπτωμα,  αλλά  και ότι  την  οικεία  πειθαρχική  δίωξη  ασκεί ο  εισαγγελέας  του  τόπου της  υπηρεσίας  του  αστυνομικού  οργάνου,  ο  οποίος  ενεργεί και  τις  αναγκαίες  για  τη  βεβαίωση του  αδικήματος ανακριτικές  πράξεις,  η  δε  πειθαρχική  δικαιοδοσία  ασκείται  σε  πρώτο  βαθμό από  το  συμβούλιο  του  πλημμελειοδικείου και  σε  δεύτερο  βαθμό  από  το  συμβούλιο του  εφετείου.  Εξάλλου τη  λειτουργική  σχέση  των  οργάνων  της  δικαστικής  αστυνομίας [ανακριτικών  υπαλλήλων] με  τον  α ν α κ ρ ι τ ή  προσδιορίζουν  οι  διατάξεις των  παραγράφων  2  και  3  του  άρθρου 249  Κ.Ποιν.Δ. Από  τις  διατάξεις  αυτές  προκύπτει   ότι  ο  ανακριτής  μπορεί  να  προστρέξει  στη  βοήθεια  των  ανακριτικών  υπαλλήλων μόνο  όταν  πρόκειται  να ενεργηθούν  ανακριτικές πράξεις  εκτός  της  έδρας  ή  της  περιφέρειάς  του,  ενώ  για «ορισμένες» ανακριτικές  πράξεις  επιχειρητέες  στην  έδρα  του  ανακριτή  απαιτείται  η  συνδρομή «εξαιρετικής  περιπτώσεως» και  η  ταυτόχρονη  ειδοποίηση του  οικείου εισαγγελέα  εφετών.  Είναι  φανερή [ όσο  και   δυσεξήγητη] η  χαλαρότητα της  συνεργασίας  μεταξύ  ανακριτή  και  ανακριτικών υπαλλήλων.  Αφότου ο  κατηγορούμενος και  ο  φάκελος της  προανακρίσεως  προσαχθούν  στον  ανακριτή  ο  ρόλος  των  αστυνομικών οργάνων τερματίζεται.  Η  απότομη  όμως  διαδοχή  των  φορέων  του  ανακριτικού έργου μπορεί  να  ματαιώσει  σε  μεγάλο  βαθμό  τη  LEGE ARTIS  συλλογή του  αναγκαίου αποδεικτικού  υλικού  όσες  φορές  η  άμεση  σύλληψη του  κατηγορουμένου  επιβάλλει,  λόγω  των  γνωστών συνταγματικών προθεσμιών,  την  κατεσπευσμένη  περάτωση  της  αστυνομικής προανακρίσεως  χάριν  της  έγκαιρης  προσαγωγής  του  κατηγορουμένου  στον  ανακριτή.
 Δ. – Υπό  το  φως  των  πιο  πάνω παρατηρήσεων  προβαίνει ευδιάκριτη  η  ανάγκη  της  ριζικής αναδιοργανώσεως  της  δικαστικής  αστυνομίας  με  την άμεση ή  σταδιακή  αναγωγή της  σε  αυτοτελή  υπηρεσία ΟΡΓΑΝΙΚΑ συναρθρωμένη  με  τη  δικαστική  λειτουργία, στην  οποία και  ανήκει  φυσιολογικά  ως  δυναμικός  μοχλός,  αφετήριος  μηχανισμός  και  γι΄ αυτό  αποφασιστικός παράγων στην άσκηση  της  ποινικής  δικαιοδοσίας.  Για  την  επίτευξη του  στόχου  αυτού  μπορούν  να  αντιμετωπισθούν  οι  ακόλουθες  δύο  επιλογές  ως μορφές  σταδιακής  αναδιαρθρώσεως  της  δικαστικής  αστυνομίας  σε  οργανική  μονάδα  της  δικαστικής  λειτουργίας :
 Α] Η ίδρυση  σε  ορισμένες  μεγάλες  πόλεις [ενδεχομένως  στις  έδρες  των εφετείων]  ειδικών  τμημάτων  δικαστικής  αστυνομίας  στελεχωμένων  με  αστυνομικούς  ειδικευμένους  στη  δίωξη  του  εγκλήματος. Τα  τμήματα αυτά  θα  τελούν  υπό  την άμεση  διεύθυνση  του  οικείου  εισαγγελέα  πλημμελειοδικών [ και  τη  συναφή   εποπτεία  του εισαγγελέα  εφετών],  ενδείκνυται  δε  να  στεγάζονται  στο ίδιο  κατάστημα  με  την  εισαγγελία  πρωτοδικών. ΄Όταν  ο  εισαγγελέας  κρίνει  ότι  η  επικείμενη  κυρία  ανάκριση  έχει  ανάγκη  υποβοηθήσεως  από  παράλληλη  αστυνομική  έρευνα,  με  την  πράξη  της  παραγγελίας  προς  τον  ανακριτή  θα  θέτει  στη  διάθεση  του  τελευταίου  ένα  ή  περισσότερα όργανα της  δικαστικής  αστυνομίας,  τα  οποία εφεξής  θα  ενεργούν  υπό  την  εποπτεία  και  τις  οδηγίες  του  ανακριτή.  Ο  εισαγγελέας  θα  υποχρεούται  να  διαθέτει  τους  προαναφερόμενους  αστυνομικούς  αν  το  ζητήσει  ο  ανακριτής  σε οποιαδήποτε  φάση  της  ανακρίσεως.  Κατά  το  χρόνο  της  θητείας  τους  στη  δικαστική  αστυνομία  τα  παραπάνω  αστυνομικά  όργανα  θα  τελούν  σε  σχέση  υπηρεσιακής  και  πειθαρχικής  εξαρτήσεως  μόνο  προς  τη  δικαστική  αρχή.  Ειδικότερα : Για  την  ικανότητα  και  τις  επιδόσεις  τους  θα  συντάσσονται  εκθέσεις  από  τον  εισαγγελέα πρωτοδικών  [ ύστερα από  γνώμη  ανακριτή] για  τους  κατώτερους  βαθμούς   και  από  τον  εισαγγελέα  εφετών  για  τους  ανώτερους  βαθμούς.  Τις  προαγωγές  και  κάθε άλλη  υπηρεσιακή  μεταβολή  θα  ενεργούν  δικαστικά  συμβούλια  κατ΄ αναλογία  των  ισχυόντων  για  τους  υπαλλήλους  της  γραμματείας  των  δικαστηρίων  και  των  εισαγγελιών [άρθρο  92  παρ. 1-3 Συντ.].  Τα  ίδια  συμβούλια  θα  ασκούν   και  την  πειθαρχική  δικαιοδοσία.
 Β] Η  ίδρυση  αυτοτελούς  υπηρεσίας  δικαστικής  αστυνομίας  που  θα  υπάγεται  στο  Υπουργείο  Δικαιοσύνης  και θα  στελεχώνεται  από  αστυνομικούς  που  θα  έχουν  το  χαρακτήρα και  την  υπηρεσιακή  κατάσταση  δικαστικών  υπαλλήλων  κατά  τους  ορισμούς  του άρθρου  92  παρ.  1-3  του  Συντάγματος,  με  ιδιαίτερη  επιλογή,  ειδική  εκπαίδευση σε  αστυνομικές  σχολές  της  ημεδαπής  και  της  αλλοδαπής  καθώς και  στο  Κέντρο   Δικαστικών  Σπουδών,  και  με  αυτοτελή  βαθμολογική  εξέλιξη.  Ως  προς  τη λειτουργική  σχέση  τους με  την  εισαγγελία  και  τον  ανακριτή  ισχύουν  όσα  σημειώνονται  παραπάνω υπό  το  στοιχείο  Α.
 Εωσότου συσταθεί υπηρεσία  δικαστικής  αστυνομίας  με  κάποια  από  τις  πιο  πάνω δύο  μορφές,  είναι  αναγκαίο-όσο και  εύκολο-  να  αναμορφωθεί  η  ρύθμιση του άρθρου 249  του  Κώδικα  Ποινικής  Δικονομίας  έτσι  ώστε  να  παρασχεθεί  στον  ανακριτή α] η  εξουσία  να  χρησιμοποιεί  απεριόριστα  τις  υπηρεσίες  οποιωνδήποτε ανακριτικών  υπαλλήλων  για  τις  ανάγκες  και  σε  όλη  τη  διάρκεια  της  κυρίας  ανακρίσεως  και  β] η  δυνατότητα  να  ζητεί,  μόνος  ή  ύστερα  από  έγκριση  του  εισαγγελέα  εφετών [ ή  γνώμη  του  εισαγγελέα  πλημμελειοδικών],  τη  διάθεση  ή  απόσπαση στο  ανακριτικό  γραφείο  ενός ή  περισσότερων  αστυνομικών  οργάνων,  η  συνδρομή  των  οποίων  θα  κρίνεται  απαραίτητη  ή  χρήσιμη  για  τη  διεξαγωγή  της  ανακρίσεως  είτε  σε  ορισμένη  δυσδιάγνωστη  υπόθεση   είτε  σε  ορισμένο  κύκλο  υποθέσεων  ειδικού  χαρακτήρα.

 ΙΙ.  Π ό ρ ι σ μ α

 Τα μέλη  της  Εταιρίας,  αφού  άκουσαν  την  παραπάνω  εισήγηση και  αντάλλαξαν  τις  απόψεις  τους  σε  δύο  συνεδριάσεις,  κατέληξαν  στα  εξής :
 Πρώτον,  διαπιστώνουν  τις  αδυναμίες  του  ανακριτικού  έργου και  τη  συνακόλουθη δυσλειτουργία  της  ποινικής  δικαιοσύνης εξαιτίας  της  ελλείψεως  δικαστικής  αστυνομίας  οργανικά  συναρθρωμένης  με  τη  δικαστική  λειτουργία  της  Πολιτείας.  Επισημαίνουν ακόμη   τους  κινδύνους  θετικής  ή  αρνητικής  καταχρήσεως  της  προανακριτικής  εξουσίας  από  δραστηριότητες  αυτόνομες  και  ουσιαστικά  ανέλεγκτες  από  τη  δικαστική  εξουσία.
 Δεύτερον,  θεωρούν  επιβεβλημένη  και  εφικτή τη  σύσταση  δικαστικής  αστυνομίας  με όσο  το  δυνατόν  μεγαλύτερη οργανική  αυτοτέλεια  και  αμεσότερη  διασύνδεση  και  σχέση  υπηρεσιακής  και  πειθαρχικής  εξαρτήσεως  προς  τη  δικαστική  αρχή.  Ειδικότερα  θεωρούν   ενδεδειγμένη  και  πραγματοποιήσιμη  σε  πρώτο  στάδιο  τη  λύση  που  προτείνεται  στην  εισήγηση  υπό  το  στοιχείο  Α΄.
 Τρίτον,  θεωρούν  ότι  πρέπει να  δοθεί άμεση προτεραιότητα στην  τροποποίηση  του άρθρου 249  του  Κώδικα  Ποινικής  Δικονομίας  όπως  προτείνεται  στην  εισήγηση.
 Σημειώνεται ότι  κατά  τη  συζήτηση του  θέματος  διατυπώθηκαν  από  μέλη της  εταιρίας  και  οι  ακόλουθες  απόψεις:
 Α.- ΄Ότι  η  λύση  που  σημειώνεται  στην  εισήγηση  υπό  στοιχείο  Α΄ μπορεί  να  εφαρμοστεί  δοκιμαστικά  σε  μία  ή  δύο  δικαστικές  περιφέρειες.  Και
 Β. - ΄Ότι,  εωσότου  συσταθεί  υπηρεσία  δικαστικής  αστυνομίας με  μία  από  τις  προαναφερόμενες  μορφές,  να  τοποθετηθεί  σε  κάθε  τμήμα [  ή  παράρτημα]  ασφαλείας  δικαστικός  λειτουργός [εισαγγελικός-ανακριτής-πταισματοδίκης],  που  θα  εποπτεύει το  αστυνομικό  προανακριτικό  έργο  και θα  διεξάγει,  κατά  περίπτωση,  κύρια  ανάκριση ή  προανάκριση.

      Αθήνα ,  25 Οκτωβρίου 1990

 

 
Βρίσκεσται εδώ: ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1990 "Δικαστική Αστυνομία"